Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

royal warrant


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο warrant παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: royal
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
warrant n(court order)ένταλμα ουσ ουδ
 The judge issued a warrant for the suspect's arrest.
 Ο δικαστής εξέδωσε ένταλμα για τη σύλληψη του υπόπτου.
warrant [sth] vtr(justify, give reason)δικαιολογώ ρ μ
  αρκώ για κτ, φτάνω για κτ ρ αμ + πρόθ
 (με βεβαιότητα)εγγυώμαι ρ μ
 The evidence that the employee had been stealing warranted her immediate dismissal.
 Τα στοιχεία που αποδείκνυαν ότι η υπάλληλος έκλεβε δικαιολογούσαν την άμεση απόλυσή της.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
warrant [sth] vtr(promise, warranty) (κτ ή ότι/πως)εγγυώμαι ρ μ
 (ότι/πως)διαβεβαιώνω ρ μ
 The seller warranted the item would last at least ten years.
warrant [sth] vtrdated (declare certainty) (κτ ή ότι/πως)εγγυώμαι ρ μ
 (ότι/πως)διαβεβαιώνω ρ μ
 (ότι/πως)είμαι σίγουρος, είμαι βέβαιος ρ έκφρ
 It's Friday afternoon and I see Adam's left early again; I'll warrant he's in the pub.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
arrest warrant,
warrant of arrest
n
(document authorizing arrest)ένταλμα συλλήψεως, ένταλμα σύλληψης φρ ως ουσ ουδ
Σχόλιο: The term "arrest warrant" is used in most places, though "warrant of arrest" is used in the Philippines.
 A warrant has been issued for the gang leader's arrest.
bench warrant (law)ένταλμα δικαστηρίου φρ ως ουσ ουδ
death warrant n(order of execution) (θανατική ποινή)εντολή εκτέλεσης φρ ως ουσ θηλ
death warrant n([sth] that ends hope) (μεταφορικά)καταδίκη ουσ θηλ
  θανατική ποινή επίθ + ουσ θηλ
  τέλος ουσ ουδ
search warrant n(law: authorization for inspection)ένταλμα έρευνας φρ ως ουσ ουδ
 Police may not search a private residence without a search warrant.
warrant officer n(military rank)ανθυπασπιστής ουσ αρσ/θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση royal warrant στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «royal warrant».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!